ἄρριχος

ἄρριχος
Grammatical information: f. (m.)
Meaning: `basket' (Ar.)
Other forms: ἀρίσκος· κόφινος [`basket'] η ἀγγεῖον λύγινον [`of wood, agnus castus'] H.
Derivatives: ἄρσιχος (D. S.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown. -ρσ- \> -ρρ- is normal; Forbes, Glotta 36, 1958, 265. The suffix in the synonym σύριχος etc. (Schwyzer 498, Chantr. Form. 402). Fur. 348 compares ἄρυσος\/ἔ- `basket'. Prob. a substr. word. (Not to ἀερσι- with DELG)
Page in Frisk: 1,152

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άρριχος — ἄρριχος, η (Α) κοφίνι από λυγαριά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβ. ετυμολ. Πιθ. πρόκειται για δάνειο. Ο τ. ανήκει στις λέξεις με επίθημα χος (πρβλ. σύρριχος «καλάθι»). Ο αττ. τ. άρριχος σχηματίστηκε με αφομοίωση από τον ιων. τ. άρσιχος. Το θέμα αρσι προήλθε πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • ἄρριχος — wicker basket masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρίχω — ἄρριχος wicker basket masc/fem nom/voc/acc dual ἄρριχος wicker basket masc/fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρίχοις — ἄρριχος wicker basket masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρίχου — ἄρριχος wicker basket masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρίχους — ἄρριχος wicker basket masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρίχων — ἄρριχος wicker basket masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρριχοι — ἄρριχος wicker basket masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρριχον — ἄρριχος wicker basket masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μύρσος — μύρσος, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «κόφινος ὦτα ἔχων, ὃς καὶ ἄρριχος». [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Οι απόψεις ότι η λ. συνδέεται με τα μάραθον, μόργος δεν θεωρούνται πιθανές. Εξίσου απίθανη θεωρείται και η άποψη ότι πρόκειται για δάνεια λ.] …   Dictionary of Greek

  • σύριχος — και ὑριχός και ὕρισχος, ὁ, Α συρίσκος (Ι)*. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται για λ. τού καθημερινού λεξιλογίου όπως φανερώνει η ποικιλία μορφών που παρουσιάζουν οι συγγενείς τ. (πρβλ. συρίσκος, σύρισσος, ὑρρίς, ὕρον), καθώς και η εναλλαγή τών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.